現在に至る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 που φτάνει μέχρι το σήμερα, σημερινός
- 02 φτάνω μέχρι το σήμερα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 現在に至る
- Παρόν (ευγενικό)
- 現在に至ります
- Άρνηση (απλή)
- 現在に至らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 現在に至りません
- Παρελθόν (απλό)
- 現在に至った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 現在に至りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 現在に至らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 現在に至りませんでした
- Τε-μορφή
- 現在に至って
- Δυνητική
- 現在に至れる
- Προστακτική
- 現在に至れ
- Βουλητική
- 現在に至ろう
- Υποθετική (ば)
- 現在に至れば
- Υποθετική (たら)
- 現在に至ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 現在に至りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 現在に至るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 現在に至りなさい
- Παθητική
- 現在に至られる
- Αιτιατική
- 現在に至らせる