現実化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πραγμάτωση, υλοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 現実化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 現実化します
- Άρνηση (απλή)
- 現実化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 現実化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 現実化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 現実化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 現実化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 現実化しませんでした
- Τε-μορφή
- 現実化して
- Δυνητική
- 現実化できる
- Προστακτική
- 現実化しろ
- Βουλητική
- 現実化しよう
- Υποθετική (ば)
- 現実化すれば
- Υποθετική (たら)
- 現実化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 現実化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 現実化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 現実化しなさい
- Παθητική
- 現実化される
- Αιτιατική
- 現実化させる