げんちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία άφιξη στον τόπο προορισμού (ειδικότερα στους κλάδους των μεταφορών, της αστυνομίας κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
現着する
Παρόν (ευγενικό)
現着します
Άρνηση (απλή)
現着しない
Άρνηση (ευγενική)
現着しません
Παρελθόν (απλό)
現着した
Παρελθόν (ευγενικό)
現着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
現着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
現着しませんでした
Τε-μορφή
現着して
Δυνητική
現着できる
Προστακτική
現着しろ
Βουλητική
現着しよう
Υποθετική (ば)
現着すれば