げんこうはんたい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύλληψη επ' αυτοφώρω, σύλληψη κάποιου την ώρα που διαπράττει έγκλημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
現行犯逮捕する
Παρόν (ευγενικό)
現行犯逮捕します
Άρνηση (απλή)
現行犯逮捕しない
Άρνηση (ευγενική)
現行犯逮捕しません
Παρελθόν (απλό)
現行犯逮捕した
Παρελθόν (ευγενικό)
現行犯逮捕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
現行犯逮捕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
現行犯逮捕しませんでした
Τε-μορφή
現行犯逮捕して
Δυνητική
現行犯逮捕できる
Προστακτική
現行犯逮捕しろ
Βουλητική
現行犯逮捕しよう
Υποθετική (ば)
現行犯逮捕すれば