理屈っぽい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 φιλονικος, αυταρεσκος, σχολαστικος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 理屈っぽい
- Παρόν (ευγενικό)
- 理屈っぽいです
- Άρνηση (απλή)
- 理屈っぽくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 理屈っぽくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 理屈っぽかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 理屈っぽかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 理屈っぽくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 理屈っぽくなかったです
- Τε-μορφή
- 理屈っぽくて
- Υποθετική (ば)
- 理屈っぽければ
- Υποθετική (たら)
- 理屈っぽかったら