せいうったえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επικαλούμαι τη λογική κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
理性に訴える
Παρόν (ευγενικό)
理性に訴えます
Άρνηση (απλή)
理性に訴えない
Άρνηση (ευγενική)
理性に訴えません
Παρελθόν (απλό)
理性に訴えた
Παρελθόν (ευγενικό)
理性に訴えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
理性に訴えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
理性に訴えませんでした
Τε-μορφή
理性に訴えて
Δυνητική
理性に訴えられる
Προστακτική
理性に訴えろ
Βουλητική
理性に訴えよう
Υποθετική (ば)
理性に訴えれば