理想化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξιδανίκευση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 理想化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 理想化します
- Άρνηση (απλή)
- 理想化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 理想化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 理想化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 理想化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 理想化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 理想化しませんでした
- Τε-μορφή
- 理想化して
- Δυνητική
- 理想化できる
- Προστακτική
- 理想化しろ
- Βουλητική
- 理想化しよう
- Υποθετική (ば)
- 理想化すれば
- Υποθετική (たら)
- 理想化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 理想化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 理想化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 理想化しなさい
- Παθητική
- 理想化される
- Αιτιατική
- 理想化させる