かいしあう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλήγω σε αμοιβαία κατανόηση, καταλαβαίνω ο ένας τον άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
理解しあう
Παρόν (ευγενικό)
理解しあいます
Άρνηση (απλή)
理解しあわない
Άρνηση (ευγενική)
理解しあいません
Παρελθόν (απλό)
理解しあった
Παρελθόν (ευγενικό)
理解しあいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
理解しあわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
理解しあいませんでした
Τε-μορφή
理解しあって
Δυνητική
理解しあえる
Προστακτική
理解しあえ
Βουλητική
理解しあおう
Υποθετική (ば)
理解しあえば