ろんづける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεωρητικοποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
理論づける
Παρόν (ευγενικό)
理論づけます
Άρνηση (απλή)
理論づけない
Άρνηση (ευγενική)
理論づけません
Παρελθόν (απλό)
理論づけた
Παρελθόν (ευγενικό)
理論づけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
理論づけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
理論づけませんでした
Τε-μορφή
理論づけて
Δυνητική
理論づけられる
Προστακτική
理論づけろ
Βουλητική
理論づけよう
Υποθετική (ば)
理論づければ