きんしつそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ζευγάρι ανθρώπων (ιδιαίτερα σύζυγοι) που είναι αγαπημένοι και αρμονικοί, έγγαμος βίος με ευτυχία

Κλίση

Παρόν (απλό)
琴瑟相和する
Παρόν (ευγενικό)
琴瑟相和します
Άρνηση (απλή)
琴瑟相和しない
Άρνηση (ευγενική)
琴瑟相和しません
Παρελθόν (απλό)
琴瑟相和した
Παρελθόν (ευγενικό)
琴瑟相和しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
琴瑟相和しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
琴瑟相和しませんでした
Τε-μορφή
琴瑟相和して
Δυνητική
琴瑟相和できる
Προστακτική
琴瑟相和しろ
Βουλητική
琴瑟相和しよう
Υποθετική (ば)
琴瑟相和すれば