きんせんれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός συγκινώ, αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές κάποιου, προκαλώ συναισθηματική αντήχηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
琴線に触れる
Παρόν (ευγενικό)
琴線に触れます
Άρνηση (απλή)
琴線に触れない
Άρνηση (ευγενική)
琴線に触れません
Παρελθόν (απλό)
琴線に触れた
Παρελθόν (ευγενικό)
琴線に触れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
琴線に触れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
琴線に触れませんでした
Τε-μορφή
琴線に触れて
Δυνητική
琴線に触れられる
Προστακτική
琴線に触れろ
Βουλητική
琴線に触れよう
Υποθετική (ば)
琴線に触れれば