瑞々しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φρέσκος και νεανικός, ζωντανός, εύρωστος, γεμάτος ενέργεια, ζουμερός (π.χ. φρούτο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 瑞々しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 瑞々しいです
- Άρνηση (απλή)
- 瑞々しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 瑞々しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 瑞々しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 瑞々しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 瑞々しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 瑞々しくなかったです
- Τε-μορφή
- 瑞々しくて
- Υποθετική (ば)
- 瑞々しければ
- Υποθετική (たら)
- 瑞々しかったら