かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυκλοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
環化する
Παρόν (ευγενικό)
環化します
Άρνηση (απλή)
環化しない
Άρνηση (ευγενική)
環化しません
Παρελθόν (απλό)
環化した
Παρελθόν (ευγενικό)
環化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
環化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
環化しませんでした
Τε-μορφή
環化して
Δυνητική
環化できる
Προστακτική
環化しろ
Βουλητική
環化しよう
Υποθετική (ば)
環化すれば