かんきょうれっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιβαλλοντική υποβάθμιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
環境劣化する
Παρόν (ευγενικό)
環境劣化します
Άρνηση (απλή)
環境劣化しない
Άρνηση (ευγενική)
環境劣化しません
Παρελθόν (απλό)
環境劣化した
Παρελθόν (ευγενικό)
環境劣化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
環境劣化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
環境劣化しませんでした
Τε-μορφή
環境劣化して
Δυνητική
環境劣化できる
Προστακτική
環境劣化しろ
Βουλητική
環境劣化しよう
Υποθετική (ば)
環境劣化すれば