甘える
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμπεριφέρομαι σαν κακομαθημένο παιδί, ζητώ χάδια
- 02 εκμεταλλεύομαι, παίρνω θάρρος (π.χ. από την καλοσύνη κάποιου), βασίζομαι σε
Παραδείγματα
-
子供が母親に甘える。
Το παιδί χαϊδεύεται στη μητέρα του.
-
友達の親切に甘えて、たくさん手伝ってもらった。
Βασίστηκα στην καλοσύνη του φίλου μου και με βοήθησε πολύ.
-
社会人として、いつまでも親に甘えてばかりいてはいけない。
Ως ενήλικας πλέον, δεν πρέπει να εξαρτάσαι για πάντα από τους γονείς σου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 甘える
- Παρόν (ευγενικό)
- 甘えます
- Άρνηση (απλή)
- 甘えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 甘えません
- Παρελθόν (απλό)
- 甘えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 甘えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 甘えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 甘えませんでした
- Τε-μορφή
- 甘えて
- Δυνητική
- 甘えられる
- Προστακτική
- 甘えろ
- Βουλητική
- 甘えよう
- Υποθετική (ば)
- 甘えれば
- Υποθετική (たら)
- 甘えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 甘えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 甘えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 甘えなさい
- Παθητική
- 甘えられる
- Αιτιατική
- 甘えさせる