甘ったれる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φέρομαι σαν κακομαθημένο παιδί, γίνομαι φορτικός από κακομαθησιά, προσπαθώ να κερδίσω τη συμπάθεια κάποιου με νάζια
- 02 βασίζομαι στην καλοσύνη κάποιου εκμεταλλευόμενος την ανοχή του
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 甘ったれる
- Παρόν (ευγενικό)
- 甘ったれます
- Άρνηση (απλή)
- 甘ったれない
- Άρνηση (ευγενική)
- 甘ったれません
- Παρελθόν (απλό)
- 甘ったれた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 甘ったれました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 甘ったれなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 甘ったれませんでした
- Τε-μορφή
- 甘ったれて
- Δυνητική
- 甘ったれられる
- Προστακτική
- 甘ったれろ
- Βουλητική
- 甘ったれよう
- Υποθετική (ば)
- 甘ったれれば
- Υποθετική (たら)
- 甘ったれたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 甘ったれたい
- Απαγορευτική (~な)
- 甘ったれるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 甘ったれなさい
- Παθητική
- 甘ったれられる
- Αιτιατική
- 甘ったれさせる