甘やかして育てる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανατρέφω με επιείκεια, καλομαθαίνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 甘やかして育てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 甘やかして育てます
- Άρνηση (απλή)
- 甘やかして育てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 甘やかして育てません
- Παρελθόν (απλό)
- 甘やかして育てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 甘やかして育てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 甘やかして育てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 甘やかして育てませんでした
- Τε-μορφή
- 甘やかして育てて
- Δυνητική
- 甘やかして育てられる
- Προστακτική
- 甘やかして育てろ
- Βουλητική
- 甘やかして育てよう
- Υποθετική (ば)
- 甘やかして育てれば
- Υποθετική (たら)
- 甘やかして育てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 甘やかして育てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 甘やかして育てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 甘やかして育てなさい
- Παθητική
- 甘やかして育てられる
- Αιτιατική
- 甘やかして育てさせる