あまんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμβιβάζομαι με κάτι, αποδέχομαι τη μοίρα μου, αρκούμαι σε κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
甘んじる
Παρόν (ευγενικό)
甘んじます
Άρνηση (απλή)
甘んじない
Άρνηση (ευγενική)
甘んじません
Παρελθόν (απλό)
甘んじた
Παρελθόν (ευγενικό)
甘んじました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
甘んじなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
甘んじませんでした
Τε-μορφή
甘んじて
Δυνητική
甘んじられる
Προστακτική
甘んじろ
Βουλητική
甘んじよう
Υποθετική (ば)
甘んじれば