はなはだしい

επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακραίος, υπερβολικός, τρομερός, έντονος, σοβαρός, σημαντικός, μεγάλος (ζημιά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
甚だしい
Παρόν (ευγενικό)
甚だしいです
Άρνηση (απλή)
甚だしくない
Άρνηση (ευγενική)
甚だしくないです
Παρελθόν (απλό)
甚だしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
甚だしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
甚だしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
甚だしくなかったです
Τε-μορφή
甚だしくて
Υποθετική (ば)
甚だしければ