甚振いたぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα βασανίζω, παρενοχλώ, πειράζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκβιάζω, αποσπώ χρήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
甚振る
Παρόν (ευγενικό)
甚振ります
Άρνηση (απλή)
甚振らない
Άρνηση (ευγενική)
甚振りません
Παρελθόν (απλό)
甚振った
Παρελθόν (ευγενικό)
甚振りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
甚振らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
甚振りませんでした
Τε-μορφή
甚振って
Δυνητική
甚振れる
Προστακτική
甚振れ
Βουλητική
甚振ろう
Υποθετική (ば)
甚振れば