せいせいてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός η αέναη ροή των πάντων μέσω του ατέρμονου κύκλου της γέννησης, του θανάτου και της μετενσάρκωσης, ο κύκλος της μετενσάρκωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
生々流転する
Παρόν (ευγενικό)
生々流転します
Άρνηση (απλή)
生々流転しない
Άρνηση (ευγενική)
生々流転しません
Παρελθόν (απλό)
生々流転した
Παρελθόν (ευγενικό)
生々流転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生々流転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生々流転しませんでした
Τε-μορφή
生々流転して
Δυνητική
生々流転できる
Προστακτική
生々流転しろ
Βουλητική
生々流転しよう
Υποθετική (ば)
生々流転すれば