生はえる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυτρώνω, βλασταίνω, αναπτύσσομαι
  2. 02 βγάζω δόντια

Παραδείγματα

  • 草くさが生はえる。

    Φυτρώνει γρασίδι.

  • 庭にわに雑草ざっそうがたくさん生はえている。

    Έχουν φυτρώσει πολλά ζιζάνια στον κήπο.

  • この土地とちには、昔むかしから珍めずらしい植物しょくぶつが生はえると言い伝えいいつたえられています。

    Λέγεται από παλιά ότι σε αυτή τη γη φυτρώνουν σπάνια φυτά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
生える
Παρόν (ευγενικό)
生えます
Άρνηση (απλή)
生えない
Άρνηση (ευγενική)
生えません
Παρελθόν (απλό)
生えた
Παρελθόν (ευγενικό)
生えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生えませんでした
Τε-μορφή
生えて
Δυνητική
生えられる
Προστακτική
生えろ
Βουλητική
生えよう
Υποθετική (ば)
生えれば