そろ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυτρώνω όλα μαζί (π.χ. δόντια), ξεπροβάλλω όλα μαζί (π.χ. σπορόφυτα, λουλούδια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
生え揃う
Παρόν (ευγενικό)
生え揃います
Άρνηση (απλή)
生え揃わない
Άρνηση (ευγενική)
生え揃いません
Παρελθόν (απλό)
生え揃った
Παρελθόν (ευγενικό)
生え揃いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生え揃わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生え揃いませんでした
Τε-μορφή
生え揃って
Δυνητική
生え揃える
Προστακτική
生え揃え
Βουλητική
生え揃おう
Υποθετική (ば)
生え揃えば