生いきる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζω, υπάρχω
  2. 02 βιοπορίζομαι, συντηρούμαι
  3. 03 ισχύω, είμαι σε χρήση, λειτουργώ
  4. 04 ζωντανεύω, αναζωογονούμαι
  5. 05 είμαι ασφαλής (στον μπέιζμπολ, στο γκο κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 私は生いきる。

    Εγώ ζω.

  • 毎日まいにち、楽たのしく生いきたいです。

    Θέλω να ζω χαρούμενα κάθε μέρα.

  • 人生じんせいの意味いみを見出みいだし、自分じぶんらしく生いきることが大切たいせつだと思おもいます。

    Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να βρει κανείς το νόημα στη ζωή του και να ζει αυθεντικά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
生きる
Παρόν (ευγενικό)
生きます
Άρνηση (απλή)
生きない
Άρνηση (ευγενική)
生きません
Παρελθόν (απλό)
生きた
Παρελθόν (ευγενικό)
生きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生きなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生きませんでした
Τε-μορφή
生きて
Δυνητική
生きられる
Προστακτική
生きろ
Βουλητική
生きよう
Υποθετική (ば)
生きれば