ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνθέτω (π.χ. λουλούδια), διακοσμώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
生け込む
Παρόν (ευγενικό)
生け込みます
Άρνηση (απλή)
生け込まない
Άρνηση (ευγενική)
生け込みません
Παρελθόν (απλό)
生け込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
生け込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生け込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生け込みませんでした
Τε-μορφή
生け込んで
Δυνητική
生け込める
Προστακτική
生け込め
Βουλητική
生け込もう
Υποθετική (ば)
生け込めば