しょうじる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράγω, αποδίδω, προκαλώ
  2. 02 προκύπτω, ανακύπτω, δημιουργούμαι

Παραδείγματα

  • 問題もんだいしょうじる

    Προκύπτει ένα πρόβλημα.

  • 台風たいふうによって被害ひがいしょうじた

    Λόγω του τυφώνα προκλήθηκαν ζημιές.

  • この計画けいかく予期よきせぬ事態じたいしょうじた場合ばあいは、すみやかに対処たいしょする必要ひつようがあります。

    Σε περίπτωση που προκύψουν απρόβλεπτα ζητήματα σε αυτό το σχέδιο, είναι απαραίτητο να τα αντιμετωπίσουμε άμεσα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
生じる
Παρόν (ευγενικό)
生じます
Άρνηση (απλή)
生じない
Άρνηση (ευγενική)
生じません
Παρελθόν (απλό)
生じた
Παρελθόν (ευγενικό)
生じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生じませんでした
Τε-μορφή
生じて
Δυνητική
生じられる
Προστακτική
生じろ
Βουλητική
生じよう
Υποθετική (ば)
生じれば