ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: なす

  1. 01 ποιητικό φυτρώνω (για βρύα, χόρτα, κ.λπ.), βλαστάνω, εμφανίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
生す
Παρόν (ευγενικό)
生します
Άρνηση (απλή)
生さない
Άρνηση (ευγενική)
生しません
Παρελθόν (απλό)
生した
Παρελθόν (ευγενικό)
生しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生しませんでした
Τε-μορφή
生して
Δυνητική
生せる
Προστακτική
生せ
Βουλητική
生そう
Υποθετική (ば)
生せば