しょうずる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράγω, αποδίδω, προκαλώ
  2. 02 προκύπτω από, ανακύπτω, δημιουργούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
生ずる
Παρόν (ευγενικό)
生ずます
Άρνηση (απλή)
生ずない
Άρνηση (ευγενική)
生ずません
Παρελθόν (απλό)
生ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
生ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生ずませんでした
Τε-μορφή
生ずて
Δυνητική
生ずられる
Προστακτική
生ずろ
Βουλητική
生ずよう
Υποθετική (ば)
生ずれば