生っちょろい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ημιτελής, υπερβολικά αισιόδοξος, αφελής, άπειρος, ανώριμος, άγουρος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 生っちょろい
- Παρόν (ευγενικό)
- 生っちょろいです
- Άρνηση (απλή)
- 生っちょろくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 生っちょろくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 生っちょろかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 生っちょろかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 生っちょろくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 生っちょろくなかったです
- Τε-μορφή
- 生っちょろくて
- Υποθετική (ば)
- 生っちょろければ
- Υποθετική (たら)
- 生っちょろかったら