生っ白い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη χλωμός, ωχρός, άχρωμος, χλωροκίτρινος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 生っ白い
- Παρόν (ευγενικό)
- 生っ白いです
- Άρνηση (απλή)
- 生っ白くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 生っ白くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 生っ白かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 生っ白かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 生っ白くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 生っ白くなかったです
- Τε-μορφή
- 生っ白くて
- Υποθετική (ば)
- 生っ白ければ
- Υποθετική (たら)
- 生っ白かったら