生うまれ変かわる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαναγεννιέμαι, κάνω μια νέα αρχή στη ζωή

Παραδείγματα

  • ミスをしたので、今日きょうから生まれ変わうまれかわります。

    Έκανα ένα λάθος, οπότε από σήμερα θα κάνω μια νέα αρχή.

  • この失敗しっぱいを機きに、私わたしは新あたらしい自分じぶんに生まれ変わうまれかわることを決心けっしんしました。

    Με αφορμή αυτή την αποτυχία, αποφάσισα να κάνω μια νέα αρχή ως ένας νέος άνθρωπος.

  • 人生じんせいの中なかで何度なんどか、辛つらい経験けいけんを乗り越のりこえることで、人ひとは強つよく生まれ変わうまれかわることができるのかもしれません。

    Ίσως, ξεπερνώντας οδυνηρές εμπειρίες αρκετές φορές στη ζωή, οι άνθρωποι μπορούν να ξαναγεννηθούν πιο δυνατοί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
生まれ変わる
Παρόν (ευγενικό)
生まれ変わります
Άρνηση (απλή)
生まれ変わらない
Άρνηση (ευγενική)
生まれ変わりません
Παρελθόν (απλό)
生まれ変わった
Παρελθόν (ευγενικό)
生まれ変わりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生まれ変わらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生まれ変わりませんでした
Τε-μορφή
生まれ変わって
Δυνητική
生まれ変われる
Προστακτική
生まれ変われ
Βουλητική
生まれ変わろう
Υποθετική (ば)
生まれ変われば