生うまれ

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γέννηση, τόπος γέννησης
  2. 02 γεννημένος σε (χώρα, μήνα, αυτοκρατορική εποχή, έτος ζωδιακού κύκλου, κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 私わたしは東京とうきょう生うまれです。

    Είμαι γεννημένος στο Τόκιο.

  • 彼かれは田舎いなか生うまれだが、都会とかいの生活せいかつにもすぐに慣なれた。

    Αν και γεννήθηκε στην επαρχία, συνηθίζει γρήγορα τη ζωή της πόλης.

  • 彼かれの独特どくとくな発想はっそうは、芸術家げいじゅつかの家系かけいに生うまれた彼かれだからこそ生うまれたものだろう。

    Οι μοναδικές του ιδέες μάλλον πηγάζουν από το γεγονός ότι γεννήθηκε σε οικογένεια καλλιτεχνών.