せいける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός γεννιέμαι, έρχομαι σε αυτόν τον κόσμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
生を受ける
Παρόν (ευγενικό)
生を受けます
Άρνηση (απλή)
生を受けない
Άρνηση (ευγενική)
生を受けません
Παρελθόν (απλό)
生を受けた
Παρελθόν (ευγενικό)
生を受けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生を受けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生を受けませんでした
Τε-μορφή
生を受けて
Δυνητική
生を受けられる
Προστακτική
生を受けろ
Βουλητική
生を受けよう
Υποθετική (ば)
生を受ければ