生噛じり
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιφανειακή γνώση, ατελής κατάρτιση
- 02 ερασιτέχνης, άνθρωπος που ασχολείται επιφανειακά με κάτι
- 03 επιφανειακή ενασχόληση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 生噛じりする
- Παρόν (ευγενικό)
- 生噛じりします
- Άρνηση (απλή)
- 生噛じりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 生噛じりしません
- Παρελθόν (απλό)
- 生噛じりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 生噛じりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 生噛じりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 生噛じりしませんでした
- Τε-μορφή
- 生噛じりして
- Δυνητική
- 生噛じりできる
- Προστακτική
- 生噛じりしろ
- Βουλητική
- 生噛じりしよう
- Υποθετική (ば)
- 生噛じりすれば
- Υποθετική (たら)
- 生噛じりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 生噛じりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 生噛じりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 生噛じりしなさい
- Παθητική
- 生噛じりされる
- Αιτιατική
- 生噛じりさせる