生意気
επίθετο, ουσιαστικό | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αυθάδης, αναιδής, θρασύς, υπερόπτης, αυτάρεσκος
Παραδείγματα
-
彼は生意気です。
Είναι αυθάδης.
-
生意気な態度で話すのはやめなさい。
Σταμάτα να μιλάς με τέτοια αυθάδη συμπεριφορά.
-
新入社員なのに、あの生意気な口の聞き方はどうかしてほしいものだ。
Αν και είναι νέος υπάλληλος, θα ήθελα να κάνει κάτι με αυτό τον αναιδή τρόπο που μιλάει.