生暖かい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 χλιαρός, αμήχανα ή δυσάρεστα ζεστός (π.χ. για μπάνιο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 生暖かい
- Παρόν (ευγενικό)
- 生暖かいです
- Άρνηση (απλή)
- 生暖かくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 生暖かくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 生暖かかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 生暖かかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 生暖かくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 生暖かくなかったです
- Τε-μορφή
- 生暖かくて
- Υποθετική (ば)
- 生暖かければ
- Υποθετική (たら)
- 生暖かかったら