せいちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιβίωση μοσχεύματος, επιβίωση μεταμοσχεύματος, ενσωμάτωση μοσχεύματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
生着する
Παρόν (ευγενικό)
生着します
Άρνηση (απλή)
生着しない
Άρνηση (ευγενική)
生着しません
Παρελθόν (απλό)
生着した
Παρελθόν (ευγενικό)
生着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
生着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
生着しませんでした
Τε-μορφή
生着して
Δυνητική
生着できる
Προστακτική
生着しろ
Βουλητική
生着しよう
Υποθετική (ば)
生着すれば