産み落とす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γεννώ, γεννάω, φέρνω στον κόσμο, γεννώ (για ζώα όπως μοσχάρι, πουλάρι κ.λπ.), εναποθέτω (αυγό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 産み落とす
- Παρόν (ευγενικό)
- 産み落とします
- Άρνηση (απλή)
- 産み落とさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 産み落としません
- Παρελθόν (απλό)
- 産み落とした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 産み落としました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 産み落とさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 産み落としませんでした
- Τε-μορφή
- 産み落として
- Δυνητική
- 産み落とせる
- Προστακτική
- 産み落とせ
- Βουλητική
- 産み落とそう
- Υποθετική (ば)
- 産み落とせば
- Υποθετική (たら)
- 産み落としたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 産み落としたい
- Απαγορευτική (~な)
- 産み落とすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 産み落としなさい
- Παθητική
- 産み落とされる
- Αιτιατική
- 産み落とさせる