さんぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκβιομηχάνιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
産業化する
Παρόν (ευγενικό)
産業化します
Άρνηση (απλή)
産業化しない
Άρνηση (ευγενική)
産業化しません
Παρελθόν (απλό)
産業化した
Παρελθόν (ευγενικό)
産業化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
産業化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
産業化しませんでした
Τε-μορφή
産業化して
Δυνητική
産業化できる
Προστακτική
産業化しろ
Βουλητική
産業化しよう
Υποθετική (ば)
産業化すれば