さんせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
産生する
Παρόν (ευγενικό)
産生します
Άρνηση (απλή)
産生しない
Άρνηση (ευγενική)
産生しません
Παρελθόν (απλό)
産生した
Παρελθόν (ευγενικό)
産生しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
産生しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
産生しませんでした
Τε-μορφή
産生して
Δυνητική
産生できる
Προστακτική
産生しろ
Βουλητική
産生しよう
Υποθετική (ば)
産生すれば