ようせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι κατανοητός (σε κάποια γλώσσα)
  2. 02 μπορώ να αφοδεύσω ή να ουρήσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
用が足せる
Παρόν (ευγενικό)
用が足せます
Άρνηση (απλή)
用が足せない
Άρνηση (ευγενική)
用が足せません
Παρελθόν (απλό)
用が足せた
Παρελθόν (ευγενικό)
用が足せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
用が足せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
用が足せませんでした
Τε-μορφή
用が足せて
Δυνητική
用が足せられる
Προστακτική
用が足せろ
Βουλητική
用が足せよう
Υποθετική (ば)
用が足せれば