用弁
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διεκπεραίωση υποθέσεων, τακτοποίηση εκκρεμότητας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 用弁する
- Παρόν (ευγενικό)
- 用弁します
- Άρνηση (απλή)
- 用弁しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 用弁しません
- Παρελθόν (απλό)
- 用弁した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 用弁しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 用弁しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 用弁しませんでした
- Τε-μορφή
- 用弁して
- Δυνητική
- 用弁できる
- Προστακτική
- 用弁しろ
- Βουλητική
- 用弁しよう
- Υποθετική (ば)
- 用弁すれば
- Υποθετική (たら)
- 用弁したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 用弁したい
- Απαγορευτική (~な)
- 用弁するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 用弁しなさい
- Παθητική
- 用弁される
- Αιτιατική
- 用弁させる