用船
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ναυλωμένο πλοίο, ναύλωση ή μίσθωση πλοίου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 用船する
- Παρόν (ευγενικό)
- 用船します
- Άρνηση (απλή)
- 用船しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 用船しません
- Παρελθόν (απλό)
- 用船した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 用船しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 用船しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 用船しませんでした
- Τε-μορφή
- 用船して
- Δυνητική
- 用船できる
- Προστακτική
- 用船しろ
- Βουλητική
- 用船しよう
- Υποθετική (ば)
- 用船すれば
- Υποθετική (たら)
- 用船したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 用船したい
- Απαγορευτική (~な)
- 用船するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 用船しなさい
- Παθητική
- 用船される
- Αιτιατική
- 用船させる