用足し
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διεκπεραίωση δουλειών, τρέξιμο για εξωτερικές δουλειές
- 02 διευθέτηση υποθέσεων, διεκπεραίωση εκκρεμοτήτων
- 03 ανάγκη της φύσης (χρήση τουαλέτας), επίσκεψη στην τουαλέτα
- 04 ειδικά ως 用達 προμήθεια αγαθών, προμηθευτής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 用足しする
- Παρόν (ευγενικό)
- 用足しします
- Άρνηση (απλή)
- 用足ししない
- Άρνηση (ευγενική)
- 用足ししません
- Παρελθόν (απλό)
- 用足しした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 用足ししました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 用足ししなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 用足ししませんでした
- Τε-μορφή
- 用足しして
- Δυνητική
- 用足しできる
- Προστακτική
- 用足ししろ
- Βουλητική
- 用足ししよう
- Υποθετική (ば)
- 用足しすれば
- Υποθετική (たら)
- 用足ししたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 用足ししたい
- Απαγορευτική (~な)
- 用足しするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 用足ししなさい
- Παθητική
- 用足しされる
- Αιτιατική
- 用足しさせる