田舎いなかめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φαίνομαι χωριάτικος, μοιάζω με χωριάτης, αποκτώ επαρχιώτικο χαρακτήρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
田舎めく
Παρόν (ευγενικό)
田舎めきます
Άρνηση (απλή)
田舎めかない
Άρνηση (ευγενική)
田舎めきません
Παρελθόν (απλό)
田舎めいた
Παρελθόν (ευγενικό)
田舎めきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
田舎めかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
田舎めきませんでした
Τε-μορφή
田舎めいて
Δυνητική
田舎めける
Προστακτική
田舎めけ
Βουλητική
田舎めこう
Υποθετική (ば)
田舎めけば