甲斐かいがある

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποδίδω, καρποφορώ, αξίζω τον κόπο, ανταμείβω, έχω αποτέλεσμα

Παραδείγματα

  • 練習れんしゅうの甲斐かいがあって、上手じょうずになった。

    Άξιζε τον κόπο η εξάσκηση, έγινα καλός.

  • 努力どりょくの甲斐かいがあり、新あたらしい技術ぎじゅつを習得しゅうとくできたのは嬉うれしい。

    Χάρη στις προσπάθειές μου, κατάφερα να κατακτήσω μια νέα τεχνική, κάτι που με χαροποιεί.

  • 長年ながねんの研究けんきゅうの甲斐かいがあって、ついに画期的かっきてきな発見はっけんに繋つながったと聞きいて、皆みなが喜よろこんでいる。

    Όλοι χαίρονται που η πολυετής έρευνα απέδωσε καρπούς και οδήγησε επιτέλους σε μια πρωτοποριακή ανακάλυψη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
甲斐がある
Παρόν (ευγενικό)
甲斐があります
Άρνηση (απλή)
甲斐がない
Άρνηση (ευγενική)
甲斐がありません
Παρελθόν (απλό)
甲斐があった
Παρελθόν (ευγενικό)
甲斐がありました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
甲斐がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
甲斐がありませんでした
Τε-μορφή
甲斐があって
Δυνητική
甲斐があれる
Προστακτική
甲斐があれ
Βουλητική
甲斐があろう
Υποθετική (ば)
甲斐があれば