申し受ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ζητώ (π.χ. αμοιβή), χρεώνω (τιμή)
- 02 αποδέχομαι (π.χ. παραγγελίες), παραλαμβάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 申し受ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 申し受けます
- Άρνηση (απλή)
- 申し受けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 申し受けません
- Παρελθόν (απλό)
- 申し受けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 申し受けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 申し受けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 申し受けませんでした
- Τε-μορφή
- 申し受けて
- Δυνητική
- 申し受けられる
- Προστακτική
- 申し受けろ
- Βουλητική
- 申し受けよう
- Υποθετική (ば)
- 申し受ければ
- Υποθετική (たら)
- 申し受けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 申し受けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 申し受けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 申し受けなさい
- Παθητική
- 申し受けられる
- Αιτιατική
- 申し受けさせる