申し合わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κανονίζω, συμφωνώ (για κάτι), προσυμφωνώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 申し合わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 申し合わせます
- Άρνηση (απλή)
- 申し合わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 申し合わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 申し合わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 申し合わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 申し合わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 申し合わせませんでした
- Τε-μορφή
- 申し合わせて
- Δυνητική
- 申し合わせられる
- Προστακτική
- 申し合わせろ
- Βουλητική
- 申し合わせよう
- Υποθετική (ば)
- 申し合わせれば
- Υποθετική (たら)
- 申し合わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 申し合わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 申し合わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 申し合わせなさい
- Παθητική
- 申し合わせられる
- Αιτιατική
- 申し合わせさせる