申し渡す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανακοινώνω, δηλώνω, επιβάλλω (ποινή), διατάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 申し渡す
- Παρόν (ευγενικό)
- 申し渡します
- Άρνηση (απλή)
- 申し渡さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 申し渡しません
- Παρελθόν (απλό)
- 申し渡した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 申し渡しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 申し渡さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 申し渡しませんでした
- Τε-μορφή
- 申し渡して
- Δυνητική
- 申し渡せる
- Προστακτική
- 申し渡せ
- Βουλητική
- 申し渡そう
- Υποθετική (ば)
- 申し渡せば
- Υποθετική (たら)
- 申し渡したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 申し渡したい
- Απαγορευτική (~な)
- 申し渡すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 申し渡しなさい
- Παθητική
- 申し渡される
- Αιτιατική
- 申し渡させる