申もうし訳わけない

άλλο, επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λυπάμαι, είναι ασυγχώρητο, μετανιώνω, νιώθω ενοχές
  2. 02 σας ευχαριστώ πολύ (για βοήθεια κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 遅おくれて申もうし訳わけない。

    Συγγνώμη που άργησα.

  • ご迷惑めいわくをおかけして申もうし訳わけありません。

    Λυπάμαι πολύ που σας ταλαιπώρησα.

  • こんなに親身しんみになって助たすけていただいて、申もうし訳わけないくらい感謝かんしゃしています。

    Με βοηθήσατε τόσο πολύ και με τέτοια προθυμία, που νιώθω και μια αμηχανία, αλλά σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
申し訳ない
Παρόν (ευγενικό)
申し訳ないです
Άρνηση (απλή)
申し訳なくない
Άρνηση (ευγενική)
申し訳なくないです
Παρελθόν (απλό)
申し訳なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
申し訳なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
申し訳なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
申し訳なくなかったです
Τε-μορφή
申し訳なくて
Υποθετική (ば)
申し訳なければ